Karystos Blue Coast

Ένας Αθηναϊκός Περίπατος 1934

 

Αγία Τριάδα Καρύστου 1950

 

Αγ. Τριάδα 1950
φωτ. Βούλα Παπαϊωάννου

 

 

 

 

 

ΡΑΦΗΝΑ – ΚΑΡΥΣΤΟΣ
Γεώργιος Σωτηριάδης («Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος, Γ. Δροσίνης, 1934)

Ένας απλός περίπατος αληθινά. Και αυτός τόσο κοντά στην Αθήνα, τόσον ωραίος και τόσον φτηνός! Τον γνωρίζουν πολλοί άρα γε; Ίσως όχι, διότι αν ήταν περισσότερο συνηθισμένος, βεβαίως δεν θα τον εσκέπτοντο οι από τας Αθήνας φιλαπόδημοι εις Πασχαλινές μόνον ημέρες. Θα γινόταν πολύ συχνότερος και θα προτιμώνταν τα σαββατοκύριακα από πολλούς, όσοι μάλιστα ημπορούν να τον παρατείνουν και μέχρι της Δευτέρας. Και όχι μόνο την άνοιξι, αλλά καθ’ όλον το θέρος. Έως τη Ραφήνα είναι ένα βήμα με τα λεωφορεία που κάμνουν τακτικά τη διαδρομή μεταξύ αυτής και των Αθηνών, ξεκινώντας από την οδό Μενάνδρου – μεγάλα και ευρύχωρα – με εισιτήριο είκοσι δραχμών. Από τη Ραφήνα έπειτα, εις τας 2μμ, τη συγκοινωνία εκτελούν με την Κάρυστο δύο ατμόπλοια, ο «Κώστας Τόγιας» και ο «Αετός», εναλλάξ το καθένα τρις της Εβδομάδος τακτικά, εντός δύο ωρών και μισής (είναι 22 μίλια το «δίαρμα» τούτο, δηλ. ο διάπλους του πορθμού) με εισιτήριο δραχμών τριάντα. Τη νύχτα και τα μεσάνυχτα ακόμη, ευρίσκεται από τη Ραφήνα και βενζινόπλοιο από την Κάρυστο. Και για την επιστροφή επίσης από την Κάρυστο, μέσον του παραλιακού χωριού Μαρμάρι, υπάρχει το βράδυ βενζινόπλοιο, αν θέλει κανείς να πεζοπορήσει έως το χωριό τούτο, που κείται δύο ώρες από την Κάρυστο, καταντικρύ των νησίδων Πεταλιών. (Το όνομα αυτωνών είναι αρχαίον,  διδόμενον εις το μεγαλύτερο, η Πεταλία, αρχαίον είναι και του Μαρμάρι το όνομα, Μαρμάριον). Έτσι εκλέγει κανείς όποιο μέσον θέλει, μεσημέρι ή και αργά το βράδυ για τη μετάβασι εκεί από τας Αθήνας, από δε την Κάρυστον για την επιστροφή, πρωί περί τας 9, ή το βράδυ δια του Μαρμαρίου, με τη βεβαιότητα ότι κάμνει έναν ωραιότατο περίπατο από τας Αθήνας προς ένα χαριτωμένο, υπερόχως χαριτωμένο τόπο της ασύγκριτης για τα κάλλη, τον πλούτο και τα υψηλά χιονόβολα και δασωμένα βουνά της μεγαλονήσου του αιγαίου Ευβοίας. Αλλά και με άνεσι και απόλαυσι καθ’ όλη τη διαδρομή, που δεν συγκρίνεται με κανενός άλλου περιπάτου ή ταξιδιού εξ’ Αθηνών εις τα πλησιέστερα περίχωρα και τα νησιά των.

Εννοείται δε ότι δια μεγαλυτέρας ομάδας, οποίαι την σήμερον προχείρως συγκροτούνται γύρω από τις εξαιρέτως καλά οργανωμένες, προσιτές και εις μη μέλη, πολυώνυμες οδοιπορικές, ορειβατικές, φυσιολατρικές, τουριστικές εν γένει ενώσεις, νέων προ πάντων, αμφοτέρων των φύλων, αλλά και πρεσβυτέρων, παλαιμάχων της πεζοπορίας, το ταξίδι τούτο είναι πολύ ευκολότερο και συμφερώτερο, χάρις εις τας ποικίλας ευκολίας που επιτυχαίνονται σε τέτοιες περιστάσεις για πολυαριθμοτέρους συμμετόχους. Καμία φροντίδα δεν προσθέτει τοιουτοτρόπως εις τα άτομα και η σκέψις  πού και πώς θα πάει ο καθένας, ούτε δια το τί  θα ιδεί τις και πού προ πάντων θα διανυκτερεύσει, δίοτι όλα αυτά προετοιμάζονατι καταλλήλως και προαναγγέλλονται από την διοίκησι των ενώσεων. Αφήνω ότι έτσι ευρίσκει κανείς και αρίστη συντροφιά, αν είναι δε και φιλομαθής, πάσα προσέτι οδηγία για το κάθε τι που θέλει να μάθει σχετικό προς τους τόπου που επισκέπτεται. Από τας ενώσεις, οι καλώς πληροφορημένοι για τα τοιαύτα δεν λείπουν. Μεταξύ δε των φίλων των ενώσεων, ή των παλαιμάχων αυτών, δεν λείπουν πολλάκις και ανώτεροι επιστήμονες, πρώτα – πρώτα αρχαιολόγοι, βυζαντινολόγοι, ιστορικοί που εις ελληνικούς τόπους προς Έλληνας αποτεινόμενοι έχουν βέβαια να ειπούν πάντοτε κάτι χρήσιμον  και ενδιαφέρον όχι μόνον τους λογίους. Αλλά και άνδρες άλλων επιστημονικών γνώσεων κάτοχοι, των οποίων η συντροφιά για τούτον ή εκείνον τον εκδρομέα δεν είναι δυνατόν να μην είναι ευάρεστη, εξ επαγγέλματος επιστήμονες, βοτανολόγοι παραδείγματος χάριν, οι οποίοι όπως και οι κυνηγοί είναι και οι άριστοι γνώσται των τόπων. Έχω δε υπ’ όψιν τους φιλομαθείς εκδρομείς, διότι δια την τέρψιν, το τραγούδι, τη δισκέδασι και το χορό ακόμη, όπου και γι’ αυτό ευκαιρία παρουσιάζεται, φροντίζουν αρκετά υπέρ εαυτών και των άλλων οι νέοι κάθε στιγμή, χωρίς να έχουν ανάγκη προτροπής ή οδηγίας από τους ειδικωτέρους.

Από τας ενώσεις που εννοώ, ο «φυσιολατρικός», αλλά και ορειβατικός ενταυτώ για τους σθεναρωτέρους, σύνδεσμος «Φοίνιξ» ωργάνωσε την περασμένη άνοιξι Μεγάλη Παρασκευή μεσημέρι και Μέγα Σάββατο βράδυ την εκδρομή του, η οποία μου παρέχει την αφορμή για το άρθρο τούτο. Η διπλή αναχώρησις για τον διπλό σκοπό της, της ορειβασίας ενταυτώ και του θαυμασίου περιπάτου εις τους περί την Κάρυστον καταφύτους και πολυϋδροτάτους τόπους, εσχεδιάσθη έτσι πολύ προσεκτικά και για εκείνους που θα ημπορούσαν τη Μεγάλη Παρασκευή ήδη να απουσιάσουν από τας Αθήνας μέχρι της νυκτός της Δευτέρας και για εκείνους που δεν θα ευκολύνονταν ν’ αναχωρήσουν εξ Αθηνών προ της νυκτός του μεγάλου Σαββάτου. Δεν ήταν όμως μόνον ο Φοίνιξ, όστις και τούτον τον τρόπον κατήρτισε τας ομάδας του. Οι ωραίες αυτές ενώσεις, που για το έργον των πρέπει να συγχαρεί κανείς θερμότατα την θερμουγόν νεολαίαν μας, συμπληρώνουν και αναπληρώνουν αλλήλας με αδελφικόν τρόπον. Έτσι και τη Μ. Παρασκευή μεσημέρι και το Μ. Σάββατο νύχτα συναντηθήκανε προς τον αυτόν σκοπόν αι ομάδες και του Ελληνικού Ορειβατικού συνδέσμου επίσης και του Εκδρομικού της Τραπέζης, του οποίου τα μέλη, καθώς και δημόσιοι άλλοι υπάλληλοι, υπολογίζεται πάντοτε, μετά την τυχόν εορτήν της Δευτέρας (όπως τέτοια είναι του Πάσχα) να ευρίσκωνται ενυπερθέτως την Τρίτην πρωί εις τας υπηρεσίας των.

Το αυτοκίνητον εκλέγεται μεταξύ των ευρυχωτέρων, αλλ’ εν ανάγκη και για τριάντα πρόσωπα με στενοχώρια αποδεκτή μετά χαράς από όλους, διότι η θέσις για όλους ευρίσκεται χάρις εις την ευγενικότητα  των εις πάσαν υπηρεσίαν προθύμων νεαρών σκληραγωγημένων ορειβατών, που είναι ο γερός πυρήν των ενώσεων. Διαλέγεται με κάθε πρόνοια  και επιμέλεια και ένας ιδιαιτέρως προσεκτικός και καλόβουλος σωφέρ, άξιος πάσης εμπιστοσύνης εις ένα στενόν αμαξιτόν δρόμον όπως είναι κατασκευασμένος εις παλαιούς καιρούς ο του Μαραθώνος με τις συχνές και απότομες καμπύλες του και τους πολλούς ολισθηρούς κατηφόρους. Ωραία η ημέρα. Αλλά και με ποιο σημείον της μέχρι της Ραφήνας διαδρομής δεν συνδέονται αναμνήσεις ιστορικές, για τις οποίες ζητούνται από μερικούς και δίδονται προθύμως εξηγήσεις, ενά άλλοι, διασκεδαστικώτεροι, τονίζουν το γλυκό των τραγούδι και ξαναρωτούν και παίρνοντας την απάντησι ξανατραγουδούν! Το ωραιότατον από όλα τα εις την Αττικήν περισωθέντα, δάσος των ελαιών, ο Γέρακας, με τα παλαιότατα, μερικά ίσως και υπερχιλιετή δένδρα του, που το όνομά του έλκει αναμφιβόλως από το βυζαντινόν γένος των Ιεράκων, των ιδίων που και κοντά στη Σπάρτη εις το νυν Γεράκι ήσαν γαιοκτήμονες και ευγενείς άρχοντες του τότε ελληνικού κράτους προ έξι και εφτά αιώνων, η αρχαία Παλλήνη έπειτα περί το Χαρβάτι, από κάποιους βέβαια χροβάτας, ήτοι Κροάτας εποίκους μισθοφόρους και γεωργούς, έτσι ωνομαμένο, ενώ η ίδια η Παλλήνη είναι ονομαστή δια την εκ Μαραθώνος μέσον αυτής προέλασιν εις τας Αθήνας του Πεισιστράτου, καθώς τερπνότατα διηγείται τα κατ’ αυτήν ο αθάνατος Ηρόδοτος (τότε ο Πεισίστρατος «ερρίζωσε» καθώς με τούτη την εκφραστική σημερινή λέξη αναφέρει ο ιστορικός την τυραννίδα του κατά το 541π.Χ), το Πικέρμι ακολουθως και ορθότερα «του Πικέρνι» ένεκα του βυζαντινού επίσης γαιοκτήμονος αυτόθι και άρχοντος Επικέρνη, τουτέστι Αρχιοινοχόου του αυτοκράτορος, το αυτό Πικέρμι με τα σπουδαία παλαιοντολογικά του ευρήματα εκ της τριτογενούς περιόδου της γης, όταν η Αττική είχεν ακόμη της Αφρικής το θερμόν κλίμα, πάντα ταύτα δίδουν αφορμήν εις ένα στενώτερο κύκλον των συνεπιβατών προς ιδιαίτερη όχι ματαιόσχολη συνομιλία.

Αλλά το θέαμα της θαλάσσης της μεταξύ της αττικής παραλίας και του νοτιωτάτου κορμού της Ευβοίας περί την Κάρυστον, από τα υψώματα περί ένα σπουδαίον λιγνιτωρυχείον, εκπλήττει  όλους και εις απεριόριστον θαυμασμόν κινεί. Το υψηλό βουνό της Καρύστου, η Όχη με τις δύο χιονισμένες κορυφές του και η θάλασσα κάτω με το καθαρώτατο βαθυγάλαζο χρώμα της, δεν αφήνει κανένα ασυγκίνητο. Αλλ’ όστις θέλει και εις γραπτόν λόγον να ιδεί το θέαμα τούτο αποδιδόμενον με ποιητού έμπνευσι, δεν ηξέρω τι άλλο λαμπρότερον ανάγνωσμα εις αυτόν θα είχα να συστήσω, παρά το εις πολύ ολίγους ίσως αναγνώστας δικών μας κύκλως γνωστόν, εις τους Παρισίους δημοσιευμένον βιβλίον του γνωστοτάτου πρεσβευτού της προσοβιετικής Ρωσσίας εν Αθήναις κ. Δεμιδωφ: Points de repère επιγραφόμενον. Το ίδιο θέαμα της απεριγράπτως σε εαρινές ημέρες ωραίας ταύτης θαλάσσης έτυχε ν’ απολάυσω προ πολλών ετών, άλλην μίαν φοράν μαζί με τον συγγραφέα του ανωτέρω βιβλίου από την κορυφή της βραχώδους νησίδος που πυραμιδοειδώς υψώνεται εμπρός εις την είσοδον του Πόρτο – Ράφτη (ο αρχαίος δήμος Πρασιαί, μία των δώδεκα πόλεων της προ του Θησέως Αττικής, έκειτο ως υποτίθεται, προς το ακρωτήριον Κοτρώνι. Άλλην φοράν όμως έκτοτε ποτέ! Ήταν τότε Φεβρουάριος μήνας. Ήλιος και θάλασσα, θεία συζυγία, εώρταζαν φαίνεται εκείνη την ημέρα κάποια ανάμνησι της προαιωνίας αμφιετηρίδος των αδαμαντίνων των γάμων. Την Μεγάλη Παρασκευή όμως της τελευταίας ανοίξεως μου εφάνη ότι δεύτερη φορά έβλεπα κάποια μεθεόρτια της αναμνήσεως  εκείνης.

Και η Ραφήνα;

Εφθάναμε σ’ αυτή τώρα ύστερα από λίγες στιγμές. Αρπαχτά γευθέντες νερόβραστα φασολάκια και ελιές κατά τα πάτρια, αφού η ιερά ημέρα το απιτούσε, σπεύδομε στο ατμόπλοιον, μπαίνοντας από την υψηλή ακτή ευθύς εις το κατάστρωμα, επάνω σε πλατειά σανίδα. Μεγάλη ευκολία κ’ αυτή, που είναι άξια να σημειωθεί. Το πλήθος των επιβατών είναι πυκνότατο. Αλλ’ ευρίσκομε κάποιες γωνίες όλοι για να τοποθετηθούμε οπωσδήποτε. Όλοι με γέλια και χαρές. Οι ζωηρότεροι νέοι επιδίδονται όλοι στη στενή πρώρα σε ακροβατικά γυμνάσια. Άλλοι συμμαζευόμαστε σε μικρή γωνίτσα και ξαναρχίζομε τη συνομιλία μας, όταν αποβλέποντας στους επάνωθέ μας βράχους, εννοούμε γιατί ο ιχθυοβριθής τόπος, που επάνω του τώρα ξαπλώνεται ένας σημαντικός προσφυγικός συνοικισμός, λέγεται Ραφήνα – έτσι με το ήτα και όχι όπως συνήθως γράφεται με το γιώτα – Αυτό όμως πάλι όχι δια το ομοιόφωνον  με το πλησίον αρχαίον της θέσεως όνομα: Αλαί Αραφηνίδες, που φαίνονται σαν να έχουν σχέσι με τας ραφανίδας ή ραφάνους των παλαιών ήτοι με τα σημερινά ρεπανάκια. Η λέξις Αραφήν, από τη γνωστή Ομηρική αραβέω (αράβησε δε τεχ’ απ’ αυτώ ήτοι εβρόντησαν επάνω του τα χαλκά όπλα), σημαίνει ό,τι εκφράζουν οι σκόπελοι της ακτής, εις τους οποίους συντριβόμενα παταγούν της θαλάσσης τα κύματα. Με το άλφα δε εις την αρχήν, Αραφήνα σημειώνουν το όνομα ορθότερα και οι ξένοι χάρται.

Αλλά τα μάτια μας μετ’ ολίγον (η ώρα είναι δύο και τα ατμόπλοια ξεγλιστρούν υπό την προβλήτα ακτήν με το λεπτό) έχουν ν’ αντικαταστήσουν την λάλον γλώσσαν και τα ώτα. Σπινθηροβολεί η θάλασσα αντανακλώσα του ηλίου τη λάμψι, ενώ αντικρύ μας, αφήνοντας δεξιά και μετόπισθεν την Μακρόνησον, την νήσον της Ελένης και του Πάριδος, έπειτα η Κέα, θεωρούμε τη διπλή κορυφή της μισοχιονισμένης Όχας να μεταβάλλεται έξαφνα, σαν σκηνή θεάτρου της φύσεως, εις την φωτοβόλο Ακρόπολι των Αθηνών. Αδύνατο να πεισθεί κανένας από μας ότι οι μέχρι χιλίων τετρακοσίων μέτρων από την υπό τους πόδας του όρους θάλασσαν ανυψούμενοι δικέρατοι βράχοι αυτού δε είναιη ίδια η Ακρόπολις της πόλεως της Παλλάδος. Στην κορυφή εμφανίζεται ο Παρθενών και αριστερά λίγο ολίγο παρακάτω διαγράφονται θαυμάσια και υποβλητικότατα τα Προπύλαια με την αριστερή των πτέρυγα, την αρχαία πινακοθήκη, ενώ δεξιά διακρίνεται η είσοδος με τον κρυπτόμενον εις υπέρθειον ύψος και τον ουρανόν εγγίζοντα ναόν της Απτέρου Νίκης, της Αθηνάς Νίκης. Η οφθαλμαπάτη κυριεύει την αίσθησι κάμποση ώρα, και μόλις όταν, παραπλέοντες σχεδόν στη μεγαλύτερη νησίδα από τη συστάδα των Πεταλιών, πλησιάζομε πλέον εις την είσοδο του πλατυκόλπου της Καρύστου, αντιλαμβανόμαστε ξανά την όλως διόλου διαφορετική φυσική μορφή του υπερήφανου βουνού.

Μετά ένα τέτερτο (είναι ακριβώς τώρα 4½ η ώρα)περιπλέοντες αποτόμως το ακρωτήριον, εισερχόμαστε εις τον ωραίον κόλπον, ηρέμα φερόμενοι προς τον τεχνητόν λιμενίσκον, όστις ξεχωριστά ασφαλίζεται εναντίον του νότου παρά την προκυμαίαν της πόλεως από ένα μεγαλοπρεπή καινουργή μόλον. Το μέγα αμφιθέατρον των πέριξ τόπων με τη μικρή χαριτωμένη πόλι εις τους καταφύτους και πολυδενδροτάτους πόδας της Όχας, με το χλοερόν εις το πλευρό της μικρό βαθυπέδιον, τον «κάμπο» της Καρύστου, που τον διαρρέει ένα πλούσιο ποταμάκι, και με τον απέραντο αμμώδη αιγιαλό που κρύβεται εις το βάθος του ευρυχωροτάτου, από τους πελαγίους ανέμους υπό της φύσεως καλά προστατευμένου μυχού του κόλπου, εξανοίγεται ενώπιόν μας και αριστερά μας. Αναμνήσεις της αρχαιότητος και ωραίες εντυπώσεις από ό,τι παρουσιάζει τώρα από του παρόντος τη ζωή εις τας όψεις μας, συναλλάσσονται κάθε στιγμή εις την ενδιάθετη και εις την αισθητή μας αντίληψι. Εγώ οραματιζόμουν – αυτό περίμενα ν’ απολαύσω εδώ δια τον ίδιόν μου λογαριασμόν από το μικρό μου ταξίδι – Περσικούς στόλους και στρατούς να κατακλύζουν τον αιγιαλόν, όταν εδώ πρώτα σταθμεύσας με τον Δάτι και τον Αρταφέρνη, μία ημέρα του Αυγούστου του 490 π.Χ., ως στρατηλάτας των οι κατά της Ερετρίας  και των Αθηνών υπό του Δαρείου σταλέντες Ασιάται, έμελλον να επιτεθούν πλέον κατά της πρώτης των δύο πόλεων, αυθημερόν του εκ Καρύστου απόπλου των, και εντός εξ ημερών τα κυριεύσουν, πυρπολήσουν, λεηλατήσουν και εξανδραποδίσουν αυτήν. Αλλά όλοι πάλι οι καταπλέοντες ημείς εις την ώρα εκείνη εις την Κάρυστο, με κατάπληξι και θαυνασμό εβλέπαμε τα προ των ποδών μας, έργα ταύτα μεγάλης επιβολής δια την πολύ μικρότερη και της παλαιάς Ερετρίας και της παλαιάς Καρύστου. Μία τεραστία βυθοκόρος εργαζότουν αδιάκοπα και ετελείωνε σχεδόν το έργο της – έργον πολυδάπανον και με τους πόρους τίνος άρα γε φτωχικού «λιμενικού ταμείου», ερωτήσαμε με απορία ό ένας τον άλλον; Και κάποιος επέμβηκε τότε να μας εξηγήσει το θαύμα.

Οι μεγάλοι ευεργέται της μικρής μας κοινότητος, μας είπε, που αν δεν είναι πόλις, δεν είναι όμως και χωριό διόλου καθώς βλέπετε. Οι ευργέται αυτοί της γενέτειράς των είναι οι αδελφοί Κότσικα, γονείς, υιοί και εξαδέλφοι, μία όμως οικογένεια όλοι, εγκατασταθέντες  στην Αίγυπτο από χρόνια. Δεκαοχτώ εκατομμύρια δραχμές κατέθεσαν αυτοί εις την Τράπεζα και από τους τόκους του σταθερού τούτου κεφαλαίου χτίζεται ο μεγάλος και λαμπρός δια περίπατον ακόμη μόλος, που είναι και τελειωμένος πλέον, η προκυμαία επίσης που είναι τελειωνένη και αυτή, μαζί με ό,τι άλλο δια τα τοιαύτα έργα χρειάζεται. Όταν σε λίγο συντελεσθούν όλα τότε οι τόκοοι θα χρησιμοποιηθούν για τα επίλοιπα, παραγωγικά όμως πλέον αυτά έργα. Ύστερα από τα σχολεία εις όλα τα πέριξ χωριά, που αραδιάζονται εκεί παραπάνω από την πόλι και δεξιά και αριστερά απ’ αυτήν, όσα απ’ εδώ φαίνονται, το ημιγυμνάσιον και τα κοινοτικά άλλα κτίσματα της Καρύστου, το ηλεκτρικόν κατάστημα επίσης, που λειτουργεί εκεί πέρα και το οποίον αφού ετοιμάσθηκε, εχαρίσθηκε και αυτό εις την κοινότητα, όλη η προσοχή πλέον θα δοθή εις τα παραγωγικά δια της καλλιεργείας της γης έργα. Τα νερά τρέχουν από το ωραίο μας βουνό ποτάμια για τέτοιες επιχειρήσεις. Τα κεφάλαια όμως θα μείνουνε για πάντα άθικτα. Αλλά δεν είναι και αυτά μόνον τα εκατομμύρια που εκληροδότησαν οι Αιγυπτιώται μας συμπολίται στην Κάρυστο.

Και με την ωραία αυτή συνομιλία πατούμε πλέον από την προκυμαία διαβαίνοντες το έδαφος της Καρύστου, της οποίας η ανταξία και πόλεως ακόμη σημαντικής ρυμοτομία, η άκρα καθαριότης πρώτα – πρώτα, μια ευάρεστη έκληξι μας προξενούν. Εξαιρετική πραγματικώς και ρυμοτομία και καθαριότης, καθώς γράφει εις τον μικρόν οδηγόν αυτής, που μας δίνεται στιγμιαίως εις τα χέρια, ο συγγραφέας του κ. Ντίνος Καρακώστας. Ο πρακτικώτατος αυτός και εντελώς αρκετός με την ολιγολογία του οδηγός για την Κάρυστο και την Καρυστινή χώρα, είναι ένα μικροσκοπικό φυλλαδιάκι από τριάντα σελίδες, που περιέχει με απλά λόγια όλες  τις χρήσιμες και διαφωτιστικές πληροφορίες περί του τόπου για τον ξένο. Τον ευρίσκει κανείς εις το γραφείον του συντάκτου του εις τας Αθήνας εν οδώ Σωκράτους 33, καθώς και εις την Κάρυστο εις το ξενοδοχείον Ακταίον. Συνοδεύεται δε και από ένα ωραίον χάρτη της χώρας, που πουλιέται αντί 15 δρχ. στολισμένος και με ένδεκα ωραίες επίσης φωτοτυπίες, που δίδουν μία λαμπρά εικόνα κάμποσων ενδεικτικών της ωραιότητος της χώρας τοπίων από τα πολυάριθμα, που μόνον με όχι συντομώτερη της μιάς εβδομάδος διαμονήν εις την Κάρυστο δύναται κανείς να ιδεί και να θαυμάσει. Τα τοπία αυτά, τα πλείστα τουλάχιστον καλλιτεχνικώς φωτογραφημένα είναι κατατεταγμένα  εις μίαν πολύ αξιόλογη συλλογή ενός κομψοτάτου Καρυστινού  λευκώματος. Ο επιμεληθείς πάντων τούτων είναι ο ίδιος κ. Καρακώστας. Από τον οδηγόν του λοιπόν μαθαίνομε ότι, γοητευμένος ο αείμνηστος πρώτος βασιλεύς της Ελλάδος Όθων από την φιλοξενία των Καρυστινών και από τας χάριτας του τόπου κατά την εκεί επίσκεψίν του εν έτει 1833, απέστειλε προς αυτούς τον Βαυαρό μηχανικό Μίρμπαχ και ότι επί τη βάσει του τότε υπ’ αυτού εκπονηθέντος σχεδίου εκτίσθηκε κατόπιν η Κάρυστος. Ο συγγραφεύς του οδηγού, αξιοθαύμαστος ανήρ δια την αυτόβουλον δράσιν του υπέρ της γενετείρας του, επαινεί πολύ δικαίως και τους συμπολίτας του ως φιλοπόνους και εξαιρετικά προοδευτικούς ανθρώπους και προσθέτει ότι η νοικοκυροσύνη και η καθαριότης και η φιλοξενία είναι εξόχως ανεπτυγμένη σ’ αυτούς. Των ωραίων λοιπόν τούτων προσόντων των Καρυστινών πράγματι δύναται να λάβει τις αμέσως πείραν κατά πάντα τρόπον. Έτσι δε το αντελήφθημεν και ημείς. Εις τούτο ήδη, ότι με πολλήν ευγένειαν επρόσφεραν – και η προσφορά των έγινε ευθύς δεκτή – ένα ωραίον, λαμπρά κτισμένον κοινοτικόν ίδρυμα προς διανυκτέρευσιν δι’ όλους τους νεαρούς εκδρομείς, οι οποίοι αλλοιώς θα ήταν αδύνατον να εύρουν κλίνην και θέσιν μετά του πλήθους των άλλων εκδρομέων εις τα καθαρώτατα, καλοσυγυρισμένα αλλά υπέρ πλήρη ξενοδοχεία, εξ’ ων το εκλεκτότατον, το «Ακταίον» προανέφερα. Καθαρώτατον όμως ωσαύτως είναι και φιλοτίμως εξυπηρετείται καθ’ όλα τα λοιπά απαιτούμενα και το αντικρυνό του, η «Άνεσις» και ένα – δυο άλλα μικρότερα υποδειγματικώς καθαρά και αυτά, καθώς επληροφορήθην. Το Ακταίον έχει και εστιατόριον εξαίρετον, το ίδιο και ζαχαροπλαστείον συνάμα, με τιμές δια ξενοδοχείον και εστιατόριον ασυγκρίτως χαμηλότερες από τις Αθηναϊκές. Το βράδυ της Λαμπρής η αίθουσά του εχρησίμευσε και δια χορόν, μέχρι της 2ας μετά το μεσονύκτιον, από τον οποίον δεν έλειψαν και εγχώριες ωραιότητες αξιοσημείωτες. Ο τόπος υγιεινότατος και τα ανθηρά πρόσωπα είναι δια τούτο συνήθη.

Το βράδυ παρευρέθησαν και οι εκδρομείς όλοι κατά κοινήν απόφασιν εις την Μητρόπολιν. Ο Μητροπολίτης εδρεύει εις την Κύμην, αλλά πολλοί ενθυμηθήκαμε τώρα τον γνωστόν μεγάλης αξίας ποιμενάρχην της Καρυστίας Παντελεήμονα. Τα εβδομαδιαία άρθρα του, θρησκευτικού εννοείται περιεχομένου, τα οποία ευτύχησα ν’ αναγνώσω άλλοτε εις Αθηναϊκήν εφημενρίδα, ήσαν όλα άξια του επιφανούς ευαγγελιστού, και αυτά καταληπτά με όλας τας υψηλάς των εννοίας εις τον καθένα. Αν και από του Α. Καρυστίας τα άρθρα μόνον και τους λόγους ήθελε συνταχθή ένα εγκόλπιον χριστιανικών ομιλιών εις χρήσιν πρωτίστως των περισσοτέρων μορφωμένων ιερέων και ιεροκυρήκων, θα κατέκτα και θα ανέκτα η εκκλησία παν ό,τι τώρα χάνει ή δεν δύναται να κερδίσει από την ίδια την αξία της και την τιμή που της δίνει ο κόσμος. Σήμερα το γεγονός είναι ότι η έλλειψις του κυρήγματος είναι το μέγιστον της εκκλησίας μας σφάλμα, και το μέγιστον αυτής αμάρτημα κατά του Αγίου Πνεύματος. Αλλά και όπου τούτο εμφανίζεται – όχι βέβαια χωρίς λαμπράς εξαιρέσεις – είναι κάθε άλλο παρά ό,τι έπρεπε να είναι, όσον και αν ο ζήλος των υπηρετών του είναι αναμφιβόλως ιερός και η προσπάθειά των αξιοσέβαστη. Την καταδίκην ταύτην πρέπει να εκφέρει κανείς ακόμη αυστηρότερα κατ’ εκείνων, οι οποίοι ως απολίτιστοι άνθρωποι και ιεροπραγούντες, μεταβάλουν την εκκλησίαν εις οίκον γενικής αταξίας, ακριβώς κατά τας ιερωτάτας και πολυκοσμοτάτας των εορτών μας. Ό,τι απ’ αυτή την όψη της θρησκευτικότητάς μας συνέπεσε να παρατηρήσωμε προ της αναχωρήσεώς μας εις την εκδρομή το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής, εις τας Αθήνας ακόμη, όπου εμπρός εις την πολυθόρυβη είσοδο κάποιας κεντρικής εκκλησίας αρκετήν ώρα εσταθμεύσαμε, και ό,τι το ίδιο βράδυ πάλι είδαμε εις τη Μητρόπολι της Καρύστου έξωθεν και εντός του ιερού ναού, πρέπει να ονομασθεί αγοραία τύρβη και απρέπεια μάλλον παρά χριστιανική ιεροπραξία. Και ουδείς θα ηδύνατο ν’ αμφιβάλει ότι γι’ αυτά τα θλιβερά πράγματα δεν πταίει μόνον το εκκλησίασμα, στην πόλι και στο χωριό, αλλά η ιεραρχία προ πάντων και οι αιδεσιμώτεροι τουλάχιστον ιερείς οι οποίοι δεν επιμένουν να επιβληθούν εις το κακοσυνηθισμένον ασεβούν τούτο εκκλησίασμα. Ούτε θα ήτο δύσκολον να γίνει τούτο, με ολίγην θέλησιν και αποφασιστικότητα  εκ μέρους της ιεραρχίας και του πρεσβυτερίου.

Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου κατά μεγαλυτέρας και μικράς ομάδας ευρεθήκαμε σχεδόν όλοι οι εκδρομείς υψηλότερα από κάθε Μητρόπολιν μέσα εις το αληθινόν θέατρον της θείας δημιουργίας και με καθαρώτερη την ψυχή εις τους ανηφορικούς δρόμους έξω μάλλον της Καρύστου, σπεύδοντες εις την ανάβασιν προς την υψηλή της Όχα. Αυτή ήτο ο κύριος σκοπός των αθλητικών προ πάντων ορειβατών, αλλά και όλων των άλλων φιλάθλων και ήκιστα τους κόπους φευγόντων εκδρομέων. Διότι τί άλλο πρέπει να είναι η εκδρομή, και αυτός ο μακρυνότερος  κάπως περίπατος, παρά μία μεγαλύτερη προσπάθεια σωματική προς επιτυχίαν ενός σκοπού και υγιεινού και αθλητικού; Πολλοί από τους συντρόφους μας, αφιχθέντες εις την Κάρυστο μετά τα μεσάνυχτα της Μεγάλης Παρασκευής ευρεθήκανε εν τούτοις την άλλη πρωία ολίγην ώραν προ ημών των άλλων που είχαμε φθάσει το απόγευμα της πρωτεραίας εις την κορυφήν του βουνού, αν και είχαν πλανηθεί κάπως εις ένα μονοπάτι της ανόδου. Περιττόν να προσθέσω, ότι αι νεάνιδες απεδείχθησαν και εις το κατόρθωμα τούτο εφάμιλλες των νέων.

Αποζημιώνει όμως και με το παραπάνω το διασκέλισμα αυτό των 1400 μέτρων που αρχίζει αμέσως από την παραλία. Τα ριζοβούνια Υμηττού, Πεντέλης, πάρνηθος, Γερανείων, Κιθαιρώνος κείνται εις αρκετόν ήδη ύψος από θαλάσσης. Αλλ’ η Όχα τους πόδας της βρέχει εις την θάλασσαν, παρά ευρυτάτην, τσιμεντόστρωτην και λαμπρά διατηρημένη, καθαρωτάτην πλατεία της Καρύστου, που είναι προσκολλημένη εις την προκυμαία. Ο πρώτος ανηφορικός δρόμος αρχίζει δια τούτο ολίγον υψηλότερα της πλατείας ταύτης, μεταξύ οικίσκων αγροτικών, εν μέσω ελαιώνων και περιβολιών. Αλλ’ ευθύς  ακολούθως εμπαίνει κανείς εις την κοίτην ορμητικού καταπίπτοντος ποταμίου, του οποίου η πλουσιωτάτη πηγή ενώ ποτίζει κήπους, και τα νερά της δίδει αστείρευτα επίσης εις τους παρακείμενους μύλους. Όταν δε ολίγον περισσότερο προχωρήσει τις, ευρίσκεται ήδη εις τους πόδας της κολοσσιαίας πυραμήδας, την οποία στεφανώνει εις σημαντικόν ύψος το μεσαιωνικό κάστρο της Καρύστου. Εις την νότια ευρυτάτη πλαγιά του έκειτο η επί φραγκοκρατίας και κατόπι η τουρκική πόλι. Αλλ’ αντικρύ της βορείας αποτωμοτάτης κλιτύος, που δια βαθειάς χαράδρας από το βουνό της Όχας χωρίζεται, ευρίσκεταί τις ήδη εις την αρχήν της γυμνής πλέον κλιτύος της ιδίας Όχας, οπόθεν αρχίζει και ο συνεχής έπειτα μέχρι της κορυφής ανήφορος του βουνού. Συνεχώς δε απ’ εδώ ελεύθερη πλέον ξανοίγεται και η απαράμιλλη θέα προς την περί την Άνδρον, την Τήνον, την Κέαν, την Κύθνον και την του Ευβοϊκού κόλπου θάλασσαν και προς όλην προ πάντων την πλησιεστάτην Αττικήν υπέρ την Πεντέλην και τον Υμηττόν προς την Πάρνηθα, με ένα διάγραμμα τόσον καθαρόν, ώστε δεν ημπορεί πλέον κανείς να μη σταματήσει κάθε φορά το βήμα, δια να αφήσει να πλανηθεί το βλέμμα του προς κάθε σημείον του μεγαλειώδους τούτου και υπερλάμπρου πίνακος της φύσεως. Όλα δε αυτά μόλις μετά την πρώτη κοπιώδη κάπως ανάβασιν απομακρυνθεί τις προς τα υπεράνω της πόλεως υψώματα, όχι πολύ υψηλότερα από την πυραμίδα του κάστρου, αρκετά δε πλησίον αυτής ώστε να βλέπωμεν καθαρώτατα όχι μόνον το κάστρο και την πόλιν με τον κόλπο της, αλλά και τον πλούσιον κάμπο της όλον με την σύνοπτον αμμώδη, εκτεταμένην εκείνην ακτήν του, προς  την οποίαν δεν μου φαίνεται απλώς, αλλά πιστεύω τώρα ότι βλέπω από τα αιθέρια εκείνα ύψη τον υπερήφανον στόλον του Δάτιδος και Αρταφέρνους τας πρύμνας προς τους σταθμούς του επί της άμμου να στρέφει με ένα ωραίον ελιγμόν και πλατάγιασμα εκατόν πενήντα κωπώς συγχρόνως από την καθεμία εκ των εξακοσίων τριήρων του. Η Κάρυστος ήτο η τελευταία των κατακτήσεών του δια μέσου του Αιγαίου μετά τη Νάξον και τας μικράς άλλας νήσους και μία βάση  τρόπον τινά ολιγοήμερη δια την επιχείρισίν του «επί την Ερέτριαν πρώτα» καθώς λέγει ο Ηρόδοτος και ακολούθως δια την απόβασιν εις τον περίπτυστον, τον ιερόν Μαραθώνα.

Σκιαζόμενοι τώρα από σύννεφα κατ’α την αποτομώτερη πλέον ανάβασι εις την Όχα, τέσσαρες σχεδόν ώρες αφού ξεκινήσαμε πρωί του Μεγάλου Σαββάτου από την Κάρυστο, εφθάσαμε εις την κορυφή του όρους με καταυγάζοντα θάλασσαν και ακτάς και όρη της Αττικής ήλιον. Πατήσαμε και αρκετά χιόνια εδώ. Η κορυφή όμως αυτή είναι όχι κώνος, όπως του Παρνασσού λόγου χάριν, του Ταϋγέτου, της Όσσας, ακόμη και του υψηλοτέρου αυτών Προφήτ’ Ηλία του ολύμπου, αλλά γιγαντιαίοι βράχοι, όπου ευρίσκει θέσιν ανάμεσα εις αυτούς πεντ’ έξη μέτρα κάτω από τη στήλη του υψομέτρου κοντά εις το πτωχικόν εκκλησίδιον του Προφήτ’ Ηλία ένα κτίσμα αρχαίον ελληνικόν, όχι ναός όμως, όπως πιστεύεται, αλλά σωστή κατοικία ανθρώπων, επίμηκες ωραίον οικοδόμημα μέτρων περίπου 12 επί 7, με άνοιγμα θύρας, που θα ήταν ξύλινη, εις τον νότιον τοίχον και παράθυρον μικρόν εκατέρωθεν αυτής. Η στέγη του, λίθινη όλως διόλου, σχηματίζεται από πλάκες μεγάλες, αντί στρωτήρων κεράμων, αι οποίαι καθ’ εκάστην σειράν προεξέχουν ολίγον πάντοτε ώστε να στηρίζωνται από των τοίχων και άνω επ’ αλλήλων μέχρι της υψηλότερης, της κορυφαίας, που είναι το κλειδί τρόπον τινά της οινεί καμάρας, πράγματι όμως αμφικλινούς στέγης. Μόνη δε η τελευταία αύτη κορυφαία σειρά κατέπεσε καιρόν τινά ή συν τω χρόνω, οι λίθοι της όμως κατάκεινται επί του δαπέδου. Το κτίσμα σήμερα λέγεται «σπίτι του Δράκου». Η οικοδομία είναι εις ολίγα σημεία μόνον πολυγωνική, με εξαίρετη κατεργασία των λίθων, το δε πλείστον ισοδομική κατά το σύστημα των κλασσικών ελληνικών χρόνων. Ώστε η κατοικία βεβαίως δεν είναι αρχαιότερη του έκτου προ Χρ. Αιώνος. Ευνόητον όμως είναι πόσον εντευθεν περισσότερο παρά από κάθε άλλο σημείον του όρους η θέα γίνεται υπέροχη, άμα ολίγον υπεράνω της στέγης σταθεί τις παρά την στήλην του υψομέτρου, και προς την Αττικήν, από την οποίαν προ πάντων και ολίγες στιγμές πρωτύτερα δεν ημπορούσαμεν ν’ αποσπάσωμεν τα βλέμματά μας και προς την θάλασσαν ανατολικώς μέχρι της Χίου, έτι δε προς τον μεταξύ Ευβοίας και Άνδρου ως ποταμόν μέγανφαινόμενον άνωθεν πορθμόν, γαλήνιον εκείονη την ώρα και γύρω ακόμη από τον φοβερόν Καφηρέα, αλλά και προς την βόρεια Εύβοια  μέχρι της από κορυφής μέχρι ποδών χιονισμένης Δίρφυος, με το επιβλητικόν αυτής ύψος των 1743 μέτρων.

Το βράδυ περί τας 10 συνήλθαμεν εις μίαν διάλεξιν ιστορικήν και αρχαιολογικήν περί της Κρύστου. Ως πενήντα εκδρομείς δεν περάσαμε διόλου άσχημα, περιμένοντες και την πάτριον μεγειρίτσα μετά τηνΑνάστασι και το τόσον θαυμάσιο γιαούρτι (οξύγαλα το άκουσα ονομαζόμενον ελληνικώτερα από τους Ποντίους μόνον Έλληνας), το οποίον εις τας Αθήνας δεν είναι δυνατον να φαντασθή κανείς. Τα αρνιά μόνον της Καρύστου είναι γνωστότερα και εις τας Αθήνας, θεωρούμενα ως ευγεστότατα πάντων. Αλλ’ ο αρχαίος Αθηναίος εγκωμιάζει προ πάντων τα ψάρια της Καρύστου και ωρισμένως τας «μαινίδας» της. Εις την σημερινήν Κάρυστον φυλάττουν αυταί το παλαιόν των εκείνο όνομα λέγονται μαίνουλες. Ο Αθήναιος προσθέτει και κάποιο άλλο είδος ιχθύος Καρυστίου «αρίστου», τον ίππουρον, όστις «εξάλλεται» δηλαδή εκπηδά συχνά εκ της θαλάσσης. «Εύοψον» δε τόπον ονομάζει εν γένει την Κάρυστον, μάλιστα «σφόδρα εύοψον», δηλαδή πλούσιον εις το κατ’ εξοχήν όψον των αρχαίων, τουτέστι το δικό μας ψάρι, εις το οποίον κατήντησε των μεσαιωνικών Ελλήνων το οψάριον.

Τη Λαμπρή επωφελήθημεν δια τον θαυμαστόν μας περίπατον, αρχίζοντες από το χωρίον Αετός και προχωρούντες έπειτα δια των χωρίων Μύλων, Χώρας, Αγίας τριάδος, Λάλας δια μέσου ατελείωτων περιβολιών λεμονεών και άλλων δένδρων οπωροφόρων και μακρών στοίχων κυπαρισσίων, υπέρ ποτάμια και καταρράκτας, που καμία περιγραφή δεν είναι αρκετή δια να παραστήσει το κάλλος των. Εις την Αγία Τριάδα υπάρχει κ’ ένα βαθύ και εκτεταμένον πολυθάλαμον και πολυδαίδαλον σπήλαιον, δια του οποοίου ρέει ως δια μεγάλης υποχθονίου στοάς ποτάμιον σημαντικόν, αναφαινόμενον τέλος υπό παρεκκλήσι μικρόν. Το περιγράφει θαυμάσια εις το τεύχος των «Εκδρομικών» του Ιανουαρίου του έτους 1933 η ορειβάτις δεσποινίς Ερατώ Αγγελοπούλου. Εγώ ούρε καιρόν είχα, ούτε και καμίαν επιθυμίαν όμως να διατρέξω αυτό, χωρίς καλόν γνώστην των εγκάτων του και με πολύ φως. Δύο νεαροί συνοδοιπόροι μου ετόλμησαν εν τούτοις, μέχρι ενός διαστήματος τουλάχιστον, να επιχειρήσουν τούτο με πενιχρόν φως. Από την περιγραφήν του εις τα Εκδρομικά κρίνων σημειώνω ότι τούτον και απαράλλακτον είδα και διέτρεξα εις την Ελβετίαν εις το Beatenberg σπήλαιον, του αγίου Μπεάτου (τουτέστι του ασκητού «Ευλογίου»), φωτιζόμενον όμως λαμπρά ως αίθουσα υπό ηλεκτρικών λαμπτήρων, με γεφύρας ξυλίνας υπεράνω καταρρακτών του ποταμίου. Το χωρίον η Λάλα είναι άλλος παρέκει θαυμάσιος τόπος. Εν τω μεταξύ υπερκείμενον ακριβώς της Καρύστου, είδομεν, το μέγα κτήμα δενδρώνων, κήπων και μελισσοτροφείου του μεγάλου κτηματίου κ. Κωνσταντινίδου. Μέλι εξαίρετον παράγει η Κάρυστος. Παράγει και το ροδόμελι όπερ αξίαν έχει εκατόν δέκα δταχμάς την οκά. Η παραγωγή γίνεται με πολλή εργασία δια να αυξήσει σημαντικά.

Μετά δέκα ωρών «περίπατον» εξ ανατολλών προς δυσμάς επιστρέψαμε περί τας 7½ το βράδυ δια των Καλυβίων της Λάλας και του προαστείου Κοκκάλους εις την Κάρυστον. Εις το Κοινοτικόν ίδρυμα όπου κατελήξαμεν και όπου πολλοί εκδρομείς εφιλοξενήθησαν, είναι στημένες ωραίες προτομές (γλύπτης κ. Δημητριάδης) των τεσσάρων ευεργετών της Καρύστου Αιγυπτιωτών Καρυστινών της οικογενείας Κότσικα.

Το Βράδυ ο χορός εις το Ακταίον. Το πρωί της Δευτέρας ολίγοι ανεχωρήσαμεν από την αλησμόνητον Κάρυστο με τον «Αετόν» εις την Αραφήνα κατ’ ευθείαν. Οι περισσότεροι άλλοι το βράδυ με το βενζινόπλοιον από το Μαρμάρι και τους Πεταλιούς. Των Πεταλιών η επίσκεψις είναι και αυτή μία εξαιρετική απόλαυσις. Συμπληρώνουν πολύ εύμορφα τα νησάκια αυτά, μικρά και μεγάλα, το μεγαλύτερο με την καλλιέργειά του, τα άλλα με το γραφικόν των αράδιασμα αμέσως εμπρός στην ακτή, την πολύχαρι, εντύπωση που αποκομίζει κανείς από την πανεύμορφη Κάρυστο.

ΕΧΟΥΜΕ ΓΗ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΑ ΟΤΑΝ ΕΧΟΥΜΕ ΠΛΟΙΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ (Θεμιστοκλής)